Στον Γιάννη Δεληολάνη

Για κάπου είκοσι χρόνια και μία ολόκληρη γενιά θεατών, το όνομα Hammer ήτανε συνδεδεμένο με τον τρόμο, και η κληρονομιά του συνεχίζει να βαραίνει τους οπαδούς και τους δημιουργούς του. Σκιές και ψίθυροι, χρώμα και αίμα, μια σκοτεινή ιστορία, θάνατοι και ανίερες αναστάσεις – και αυτά είναι μόνο τα όσα συνέβησαν πίσω από την κάμερα.

Σκιές και Ψίθυροι

Αν νομίζετε ότι η Hammer Films αρχίζει και τελειώνει με τρόμο, ή ότι το όνομα της παραπέμπει στο σφυρί που καρφώνει το παλούκι στην καρδιά ενός βρικόλακα, είστε γελασμένοι. Ιδρυμένη το 1934 από τον κωμικό Γουίλ Χάμερ (ψευδώνυμο του Γουίλιαμ Χάιντς) με συνέταιρο του αργότερα τον επιχειρηματία Ενρίκε Καρέρας, η εταιρεία ξεκίνησε με παραγωγές σε όλο το φάσμα του εμπορικού Βρετανικού σινεμά. Η περίοδος της αυτή μπορεί μεν να απασχολεί μόνο τους completists και τους ιστορικούς του κινηματογράφου, καθώς δεν μας έδωσε ταινίες κλασικές όσο αυτές που ακολούθησαν. Είναι όμως γενικότερα στο Βρετανικό σινεμά η περίοδος κατά την οποία όχι μόνο γαλουχήθηκε το ανθρώπινο δυναμικό που θα στελέχωνε αργότερα τις παραγωγές της εταιρείας, αλλά και αυτή στην οποία διαμορφώθηκε και η ιδιάζουσα αισθητική των Βρετανών κινηματογραφιστών όσον αφορά το φανταστικό, αυτή η απροσδιόριστη όσο και σουρεαλιστική του τάση να χρησιμοποιεί την πεζή και «φτωχή» σε σχέση με τα μεγέθη του Χόλιγουντ Βρετανική καθημερινότητα ως εφαλτήριο και βάση για μια σκοτεινή, φαντασιώδη αντανάκλαση της. Άλλες εταιρείες και κινηματογραφιστές πρωτοστατούν στο διάστημα αυτό του Μεσοπολέμου και των αρχών της δεκαετίας του 1940, αλλά είναι οι ταινίες που μας δίνουν αυτές που «συνομιλούν» μέσα από τα σκοτάδια της σκοτεινής αίθουσας με τη Hammer και διαμορφώνουν την παράδοση στην οποία πατά: αριστουργήματα από το Χιτσκοκικό θρίλερ «εποχής» Η Ταβέρνα της Τζαμάικα (Jamaica Inn, 1939) μέχρι την φαντασμαγορικά έγχρωμη παραγωγή των αδερφών Κόρντα Ο Κλέφτης της Βαγδάτης (The Thief of Bagdad, 1940) και από τις υπέροχα σχεδιασμένες ταινίες του Μάικλ Πάουελ (Η Ζωή και ο Θάνατος του Συνταγματάρχη Μπλιμπ, ή αργότερα Ο Μαύρος Νάρκισσος και τα αξεπέραστα Κόκκινα Παπούτσια) ως την ανθολογία τρόμου Μάντεψε Ποιον Θα Σκοτώσουν Απόψε (Dead of Night, 1945).

Ένα κλασικό λογότυπο της Hammer

Ένα κλασικό λογότυπο της Hammer

Μόνο μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου η Hammer αρχίζει να βαδίζει σε πιο σκοτεινά μονοπάτια. Οι άνθρωποι-κλειδιά σε αυτή την στροφή στον «κακό» δρόμο ήταν οι παραγωγοί Τζέημς Καρέρας (γιος του Ενρίκε) και Άντονυ Χάιντς (γιος του Χάμερ). Το ότι στην ομάδα συμμετείχε ήδη ο γιος του Τζέημς, Μάικλ Καρέρας, έδειχνε από τότε ότι η ιστορία – και η κατάρα – της Hammer ήταν, πάνω από όλα, οικογενειακή υπόθεση. Αυτό αντανακλάται τόσο στην επιλογή ως βάση της των στούντιο Bray στο Γουίντσορ (μια εξοχική κατοικία ονόματι Down Place, την οποία η εταιρεία μετέτρεψε σε στούντιο και κατόπιν επέκτεινε σε κτιριακό συγκρότημα, χρησιμοποιώντας κάθε σπιθαμή των χώρων του και των κοντινών δασικών εκτάσεων του σημαδιακά ονομαζόμενου Black Park για όλες της τις ταινίες έως και το 1966, δίνοντας έτσι μια ξεχωριστή σημασία στην έννοια του house style!) όσο στο λοιπό ανθρώπινο δυναμικό της. Υπεύθυνη για το στυλ και την αρχική επιτυχία της Hammer ήταν μια πάνω-κάτω σταθερή «οικογένεια» κινηματογραφιστών και τεχνικών, με πλέον σημαντικούς ανάμεσα τους τον σκηνοθέτη Τέρενς Φίσερ (σε συνδυασμό με τους Βαλ Γκεστ, Τζων Γκίλινγκ και Φρέντι Φράνσις), τον σεναριογράφο Τζίμυ Σάνγκστερ, τον σκηνογράφο και σχεδιαστή παραγωγής Μπέρναρντ Ρόμπινσον, τον διευθυντή φωτογραφίας Τζακ Άσερ και τον συνθέτη Τζέημς Μπερνάρντ. Η παρουσία των ονομάτων αυτών σε τόσες πολλές από τις ταινίες της χρυσής περιόδου των Bray Studios αποδεικνύει τη σημασία τους, καθώς και το ότι η εταιρεία έχτισε το επιχειρηματικό της προφίλ όχι μόνο στον επαγγελματισμό των συντελεστών της αλλά και στον μικρό αριθμό τους, κάνοντας τις παραγωγές της πιο «χειροποίητες» αλλά και ευρηματικά δημιουργικές – κάτι αναγκαίο με τους χαμηλούς προϋπολογισμούς τους. Με αυτούς τους δημιουργούς λοιπόν η Hammer άρχισε να χτίζει το ιδιαίτερο προφίλ της, ξεκινώντας από μεταφορές ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σήριαλ του BBC. Η επιτυχία του Πειράματος του Κουότερμας (The Quatermass Xperiment, 1955), ενός υβριδίου επιστημονικής φαντασίας και θρίλερ που μετέφερε στο σινεμά τον επιστήμονα ήρωα των πρωτοποριακών σήριαλ του Νάιτζελ Νηλ, καθώς και ο αυξανόμενος ανταγωνισμός της τηλεόρασης στα πιο «παραδοσιακά» είδη ιστοριών, ήταν οι παράγοντες που οδήγησαν την Hammer στην εξαιρετικά κακόφημη κατεύθυνση των (τότε X-Rated και Αυστηρώς Ακατάλληλων κάτω των 16) ταινιών τρόμου. Ο τρόμος ήταν ο καλύτερος τρόπος επιβίωσης.

Χρώμα και Αίμα

Οι περιπέτειες του καθηγητή Κουότερμας όπως και ταινίες όπως Ο Χιονάνθρωπος των Ιμαλαΐων (The Abominable Snowman, 1957) θα αρκούσαν από μόνες τους για να μείνει η Hammer στην ιστορία του σινεμά του φανταστικού, αλλά ήταν μόνο η αρχή. Για να δώσει στις ριψοκίνδυνες ταινίες της το άλλοθι του λογοτεχνικού πρεστίζ (πολύτιμο ενάντια στη λογοκρισία και την κοινωνική κατακραυγή), η εταιρεία συνέχισε διασκευάζοντας τα τέρατα της βικτωριανής λογοτεχνίας. Ταυτόχρονα, εξασφάλισε την κινηματογραφική αναγνωρισιμότητα, φροντίζοντας οι διασκευές της να πατάνε στα χνάρια της Universal, της εταιρείας που είχε συνδέσει το όνομα της με τις ταινίες τρόμου στη δεκαετία του 1930. Η σημαντική διαφορά όμως στην Κατάρα του Φρανκενστάιν (The Curse of Frankenstein, 1957) και στο Δράκουλας, ο Βρικόλακας των Καρπαθίων (Dracula, 1958) ήταν ότι, για πρώτη φορά, οι ταινίες του είδους αυτού ήταν έγχρωμες, και ότι το πιο σημαντικό χρώμα σε αυτές ήταν το κόκκινο του αίματος.

The Curse of Frankenstein

The Curse of Frankenstein

Σκεφτείτε μόνο τη σημασία αυτής της συνεισφοράς. Ο τρόμος για πρώτη φορά σε Technicolor εγκατέλειπε τις ασπρόμαυρες συνθέσεις του βωβού σινεμά, που έχοντας απαλλοτριωθεί από δεκαετίες φιλμ νουάρ και δραμάτων του ομιλούντος ήταν πλέον μόνο «ατμοσφαιρικές». Το χρώμα ήταν η στιγμή που ο κινηματογραφικός τρόμος εναγκαλίστηκε ανεπιστρεπτί και την φρίκη.

Παίζοντας στο φουλ το χαρτί του «Αυστηρώς Ακατάλληλου», η Hammer έπνιξε τους θεατές της σε χρώμα και αίμα, προκαλώντας οργισμένες αντιδράσεις ευυπόληπτων πολιτών, κατάρες από τους κριτικούς και συρροή κόσμου στα ταμεία. Υποστηριζόμενες από την ευρηματική, στιβαρή σκηνοθεσία του Φίσερ και τα λιτά, προσεγμένα και γεμάτα ανατριχιαστικά υπονοούμενα σενάρια του Σάνγκστερ, οι ταινίες αυτές έδωσαν μια νέα αύρα στον κινηματογραφικό τρόμο, προσγειώνοντας τον στην αντιηρωική, κυνική μεταπολεμική εποχή. Ναι, το κακό τιμωρούταν ακόμα, και οι καλοί εκπρόσωποι της συντηρητικής Χριστιανικής ηθικής κέρδιζαν στο τέλος, αλλά η γεύση της νίκης αυτής ήταν πικρή και ειρωνική σε έναν κόσμο που φαινόταν γεμάτος βία, ανηθικότητα, βρώμικα κόλπα (ακόμα κι από τους καλούς της ιστορίας) και κεκαλυμμένο, υπόγειο ερωτισμό. Σε εποχές ισχυρής ακόμα λογοκρισίας, όταν ο Χίτσκοκ έπρεπε να γυρίσει το Ψυχώ σε ασπρόμαυρο για να μη σοκάρει και ο Μάικλ Πάουελ καταβαραθρωνόταν στο πυρ το εξώτερο για τον Ηδονοβλεψία του, οι πρώτες ταινίες τρόμου της Hammer, ντυμένες τον μανδύα-κάλυψη του «κλασικού μυθιστορήματος» και του «δράματος εποχής», κατάφερναν μαζί με το αίμα να περάσουν στο κοινό ακόμα και την πρωτόγνωρη εικόνα γυναικών προικισμένων με εντυπωσιακά ντεκολτέ και εντονότατη, προχωρημένη για την εποχή τους σεξουαλικότητα.

Hammer Glamour από το The Curse of the Werewolf

Hammer Glamour από το The Curse of the Werewolf

Στην ομάδα των συντελεστών προστέθηκε γρήγορα ένας εξίσου σημαντικός θίασος ηθοποιών που συνεισέφεραν στην επιτυχία της Hammer, από δευτεραγωνιστές σαν τον Μάικλ Ρίπερ και τον Μάιλς Μάλισον, που περνούσαν από ταινία σε ταινία σαν να ήταν πραγματικά κάτοικοι ενός κινηματογραφικού χωριού όπως αυτά που εμφανίζονταν στην οθόνη, μέχρι ορδές από τις ωραιότερες σταρ, στάρλετ και ηθοποιούς της εποχής σαν την Μπάρμπαρα Σέλλεϊ και την Χέηζελ Κορτ ή την Ούρσουλα Άντρες, την Ράκελ Γουελτς και την Κάρολαϊν Μανρό, και φυσικά τους πρωταγωνιστές που αναδείχθηκαν μέσα από τις ταινίες αυτές, όπως ο Όλιβερ Ρηντ και, πάνω από όλους, το δίδυμο των Πήτερ Κούσινγκ και Κρίστοφερ Λη. Πρωταγωνιστής στην τηλεοπτική μεταφορά του 1984 και αναγνωρισμένος ως ο κορυφαίος τηλεοπτικός ηθοποιός της γενιάς του, ο Κούσινγκ, ερμηνευτής ταγμένος στη λεπτομέρεια και την αληθοφάνεια και πιο αθλητικός κι από κασκαντέρ, έδωσε στην Hammer μια επιπλέον αύρα πρεστίζ και έλαβε ως ανταμοιβή του την καριέρα του κινηματογραφικού πρωταγωνιστή που επί είκοσι και χρόνια στο επάγγελμα του είχε διαφύγει. Ο Λη, από την άλλη, υπερβολικά ψηλός και μεσογειακά μελαχρινός για να παίζει οτιδήποτε πέρα από τον «τρίτο δορυφόρο από αριστερά» σε κλασικά έπη, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, είδε την καριέρα του να απογειώνεται παίζοντας με το επιβλητικό παράστημα και την στεντόρεια, βαθιά φωνή του ιδανικά το απόκληρο, «ξένο» και «άλλο» τέρας.  Παρόντες στις περισσότερες ταινίες της Hammer για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της, οι δύο αυτοί ηθοποιοί έγιναν ορόσημο στην ιστορία του κινηματογραφικού τρόμου με έναν πολύ απλό τρόπο: έπαιρναν τις – συχνά εξωφρενικές – πλοκές απόλυτα στα σοβαρά, προσδίδοντας όχι μια ανθρώπινη, αλλά πειστική διάσταση στους τερατώδεις ή τραβηγμένους χαρακτήρες που υποδύονταν, χωρίς να αφήνουν στην άκρη την πολυτέλεια του λεπτού, σαρδόνιου βρετανικού χιούμορ. Δύο σκοτεινοί αστέρες είχαν γεννηθεί.

Μια Σκοτεινή Ιστορία

Πέρα από πετυχημένες αναβιώσεις κλασικών τεράτων – Η Μούμια (The Mummy, 1959), ένα ριμέικ της κλασικής σειράς ταινιών των δεκαετιών 1930-1940, Η Κατάρα του Λυκάνθρωπου (The Curse of the Werewolf, 1961) μεταφορά του κλασικού μυθιστορήματος του Γκάι Έντορ Ο Λυκάνθρωπος των Παρισίων, το Σκυλί των Μπάσκερβιλ στην γοτθική Επιστροφή του Σέρλοκ Χολμς (The Hound of the Baskervilles, 1959), Το Φάντασμα της Όπερας (The Phantom of the Opera, 1962), ο Δρ. Τζέκυλ στον Δράκο του Λονδίνου (The Two Faces of Dr Jekyll, 1961), πρώτη ταινία που ξεφεύγει από την κλισέ παρουσίαση του κ. Χάιντ δείχνοντας τον όχι ως αποκρουστικό τέρας αλλά ως γοητευτικό ψυχοπαθή δολοφόνο – η Hammer, σε αυτή την πιο δημιουργική της περίοδο, εξασφάλισε συμφωνίες με μια σειρά από Αμερικανικές εταιρείες, προπωλώντας στην ουσία concepts και τίτλους ταινιών για να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση τους. Ήταν μια τακτική στην οποία ο Τζέημς Καρέρας ήταν πραγματικός μάστορας, και έκανε τη Hammer την πιο πετυχημένη ανεξάρτητη εταιρεία παραγωγής στην ιστορία του Βρετανικού σινεμά. Ο Χάιντς, από την άλλη, εξελίχθηκε σταδιακά σε βασικό σεναριογράφο της ίδιας του της εταιρείας (με το ψευδώνυμο Τζων Έλντερ), εισάγοντας στην ως επί το πλείστον γοτθική θεματολογία των ταινιών της στοιχεία σύγχρονης κοινωνικής κριτικής, σχολιάζοντας τόσο την αστική κοινωνική τάξη της δεκαετίας του 1960 όσο και την αντικομφορμιστική νεανική επανάσταση που προσπαθούσε να την ανατρέψει.

The Mummy

The Mummy

Παράλληλα, η Hammer εμπλούτισε τα ανελλιπώς γοτθικά τοπία και τέρατα της με ευφάνταστα δάνεια από μυθολογίες όπως η ελληνική – στο Τα Πύρινα Μάτια του Μαύρου Πύργου (The Gorgon, 1964) όπου η απειλή που κρύβεται σε ένα Γερμανικό χωριουδάκι του 19ου αιώνα δεν είναι άλλη από μια από τις Γοργόνες αδελφές της Μέδουσας – η αποκρυφιστική δαιμονολατρία – στο Η Ερωμένη του Διαβόλου (The Devil Rides Out, 1968) όπου ένας μελετητής του αποκρυφισμού έρχεται σε σύγκρουση με μια αίρεση που καλεί τον ίδιο τον Σατανά επί της γης – αλλά και το βουντού – στο Η Μεγάλη Νύχτα του Τρόμου (The Plague of the Zombies, 1966) ταινία που αποτελεί το χαμένο κρίκο μεταξύ των Αϊτινών ζόμπι του κλασικού Χόλιγουντ και των αποκρουστικών ζωντανών νεκρών των ταινιών του Τζορτζ Ρομέρο. Τόσο οι Φίσερ και Σάνγκστερ όσο και οι διάδοχοι τους, σε άψογη συνεργασία με τους ηθοποιούς τους και διαδικασίες βιομηχανικής παραγωγής, όπου τα σκηνικά μιας ταινίας παραλλάσσονταν και χρησιμοποιούνταν συχνά στην αμέσως επόμενη, αλλάζοντας απλά συνεργείο και κάποια μέλη του καστ, κατάφεραν να δίνουν φαινομενικά άπειρες παραλλαγές στα ίδια μοτίβα γοτθικού τρόμου που έγιναν πλέον το σήμα κατατεθέν της εταιρείας.

Η σκηνή της επίκλησης στο The Devil Rides Out

Η σκηνή της επίκλησης στο The Devil Rides Out

Στα παραπάνω ήρθε να προστεθεί μια σειρά από θρίλερ χιτσκοκικού σασπένς με γυναίκες ηρωίδες και ξαφνικές ανατροπές, ως επί το πλείστον ασπρόμαυρα και γραμμένα από τον Σάνγκστερ ως παραλλαγές στις Διαβολογυναίκες του Ανρί Ζορζ Κλουζό: Μια Κραυγή Μέσα Στη Νύχτα (Taste of Fear, 1961), Ο Δολοφόνος Δραπέτευσε τη Νύχτα (Maniac, 1963), Δυο Μάτια Γεμάτα Τρόμο (Paranoiac, 1963), Ο Εφιάλτης του Τρίτου Ορόφου (Nightmare, 1964), Υστερία (Hysteria, 1965), Εξομολόγηση σε ένα Πτώμα (The Nanny, 1965), Ένα Πτώμα στην Πισίνα (Crescendo, 1970), και Ο Τρόμος Φωλιάζει τη Νύχτα (Fear in the Night, 1972), στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα μη-«Σανγκστερικά» Λονδίνο, Νύχτα Θανάτου (Fanatic, 1965 – γραμμένο από τον Ρίτσαρντ Μάθεσον), και Το Μυστικό του Κλειστού Δωματίου (Straight On Till Morning, 1972). Αν και υπάρχουν ορισμένες φωτεινές εξαιρέσεις, όπως αυτή της Νικί Αρίγκι στην (γραμμένη πάλι από τον Μάθεσον) Ερωμένη του Διαβόλου, της Τζάκλιν Πιρς στο Ο Τρόμος Ήρθε από το Βόρνεο (The Reptile, 1966), της Σέλλεϊ στα Πύρινα Μάτια του Μαύρου Πύργου και στο Δράκουλας, ο Άρχων του Σκότους (Dracula, Prince of Darkness, 1966), ή της Μαρτίν Μπέζγουικ στο Δρ. Τζέκυλ και κυρία Χάιντ (Doctor Jekyll and Sister Hyde, 1971), οι περισσότεροι γυναικείοι ρόλοι στα γοτθικά θρίλερ της Hammer δεν δίνουν ευκαιρία ή υλικό στις συχνά πολύ καλές ηθοποιούς τους για να αναδείξουν τα ταλέντα τους πλην της ομορφιάς, και μόνον υπερβαίνοντας εαυτόν και τους σεναριογράφους το καταφέρνουν. Για όσους από εσάς θέλουν να δουν σταθερά καλογραμμένους γυναικείους χαρακτήρες και κάτι λιγότερο γοτθικό, τα σασπένς θρίλερ της Hammer θα αποτελέσουν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη.

Το σοκ της μεταμόρφωσης στο Dr Jekyll and Sister Hyde

Το σοκ της μεταμόρφωσης στο Dr Jekyll and Sister Hyde

Στις σχετικά λίγες φορές που – εν μέρει λόγω budget – η Hammer ασχολήθηκε με το  είδος της επιστημονικής (και όχι μόνο) φαντασίας, δεν υπήρξε πάντοτε πετυχημένη, κατάφερε παρά ταύτα να δώσει τρία από τα πλέον κλασικά δείγματα φανταστικού σινεμά της δεκαετίας του 1960 με το Η Αμαρτωλή της Ερήμου (She, 1965 – βασισμένο στο κλασικό μυθιστόρημα του Χ. Ράιντερ Χάγκαρντ με την Ούρσουλα Άντρες στο ρόλο της αθάνατης Αΐσα), Το Τέλος του Κόσμου (Quatermass and the Pit, 1967 – τρίτη και κορυφαία περιπέτεια του καθηγητή Κούοτερμας), και το Ένα Εκατομμύριο Χρόνια προ Χριστού (One Million Years BC, 1966 – όπου η Hammer συνεργάστηκε με τον μάγο των ειδικών εφέ Ρέι Χάριχαουζεν σε μια ταινία «προϊστορικής φαντασίας» που έμεινε στην ιστορία εξίσου για τους αξεπέραστους δεινοσαύρους της και το γούνινο μπικίνι της Ράκελ Γουέλτς). Ανάμεσα σε όλα τα παραπάνω, φυσικά, η Hammer έκανε και franchising, με συνέχειες στους πιο πετυχημένους αντι-ήρωες της (8 συνέχειες στον Δράκουλα, 5 στον Φρανκενστάιν, και 3 ακόμα παραλλαγές στο μοτίβο της Μούμιας). Στην πλειονότητα τους εμπορικές επιτυχίες, οι ταινίες αυτές αποτελούν cult ορόσημα στην ιστορία του φανταστικού σινεμά κυρίως χάρις στο μεράκι των δημιουργών τους, στις ερμηνείες των ηθοποιών και την αποτελεσματικότητα της ατμόσφαιρας και της φρίκης που προσφέρουν, ακόμα και στις περιπτώσεις όπου η πρωτοτυπία απουσίαζε ή οι χαμηλοί προϋπολογισμοί δεν απέδιδαν τη φιλοδοξία των concept τους.

Quatermass and The Pit

Quatermass and The Pit

Η σειρά του Φρανκενστάιν ιδίως, σκηνοθετημένη υποδειγματικά και αποκλειστικά (με μία μόνο εξαίρεση) από τον Φίσερ, παραμένει στην ιστορία και γιατί μετέθεσε τον ρόλο του τέρατος από το πλάσμα στον επιστήμονα, καθώς ο Φρανκενστάιν του Κούσινγκ όχι μόνο δημιουργεί κάτι ανόσιο και καταστροφικό, αλλά συνεχίζει να δημιουργεί, επαναλαμβάνοντας από ταινία σε ταινία τα πειράματα του και κυνηγώντας την άπιαστη επιτυχία, πράγμα που τον καθιστά ένοχο σε βαθμό εξίσου τρομακτικό με τους Ναζί επιστήμονες των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Αποτελεί ίσως μοναδική περίπτωση μιας σχεδόν πλήρους βιογραφίας ενός (αντι)ήρωα του horror σε συνέχειες.

Θάνατοι και Αναστάσεις

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, η αποχώρηση του Χάιντς και η απόφαση του Καρέρας να πουλήσει τη Hammer στον γιο του, Μάικλ, σήμαναν στην ουσία την αρχή του τέλους. Η δυσκολία του Μάικλ Καρέρας να βρει χρηματοδότες για νέες ταινίες, οφειλόμενη στο ότι ο τρόμος άρχισε να γίνεται ξανά Αμερικανική υπόθεση και ότι οι επιτυχημένες ταινίες του είδους (Το Μωρό της Ρόζμαρυ, Ο Εξορκιστής) είχαν πιο σύγχρονη αύρα και μεγαλύτερους προϋπολογισμούς, τον οδήγησε σε μια σειρά από βραχύβιες συνεργασίες και πειραματισμούς προκειμένου να ανανεώσει δημιουργικά την εταιρεία.

Ενίοτε, οι προσπάθειες αυτές είχαν εντυπωσιακά πετυχημένα αποτελέσματα. Η ταινία Οι Ερωμένες του Βρικόλακα (The Vampire Lovers, 1970) του Ρόυ Γουόρντ Μπέηκερ, μεταφορά της γοτθικής νουβέλας Καρμίλα, είχε γενναίες δόσεις γυμνού και λεσβιακές σκηνές που έσπρωξαν σχεδόν μονομιάς μια δεκαετία μπροστά και  ένα στάδιο παραπάνω την αυξανόμενη στήριξη της Hammer στα δικής της ευρεσιτεχνίας και προδρόμους των wonderbra ενισχυμένα σουτιέν που αναδείκνυαν τα ντεκολτέ των πρωταγωνιστριών της, ενώ ταυτόχρονα υπήρξε αρκετά μεγάλη επιτυχία για να γεννήσει δύο συνέχειες, Το Παρθεναγωγείο των Βρικολάκων (Lust for a Vampire, 1971) και Τα Δίδυμα του Δράκουλα (Twins of Evil, 1971), αλλά και για να κάνει σταρ και βασίλισσα του τρόμου την πρωταγωνίστρια της, την Πολωνή ηθοποιό Ίνγκριντ Πιτ. Το ότι η Πιτ αρνήθηκε να πρωταγωνιστήσει στις συνέχειες αυτές όπως έκανε ο Κρίστοφερ Λη – έστω και διαμαρτυρόμενος – στις συνέχειες του Δράκουλα, ή το ότι τα Δίδυμα της ομώνυμης ταινίας ήταν οι Μαίρη και Μάντελιν Κόλινσον, γνωστές ως οι πρώτες δίδυμες Playmates του Playboy, λένε βέβαια αρκετά για το ότι, παρά τον συνήθη επαγγελματισμό όλων των συντελεστών τους και το ευπρόσωπο αποτέλεσμα, οι ταινίες αυτές υπήρξαν πάνω από όλα δείγματα stunt marketing πρώτου μεγέθους. Από την άλλη, το Δρ. Τζέκυλ και Κυρία Χάιντ, πάλι του Γουόρντ Μπέηκερ και γραμμένο από τον σεναριογράφο των τηλεοπτικών Avengers, Μπράιαν Κλέμενς, μετέτρεψε τον κλασικό διχασμό του δόκτορα σε σαρδόνια, διεστραμμένη και σέξι παραβολή για την αντιπαλότητα των δύο φύλων, ενώ ο Κλέμενς στη συνέχεια έγραψε και σκηνοθέτησε το Captain Kronos – Vampire Hunter (1974), δίνοντας μια εντυπωσιακά ευρηματική παραβολή στο μύθο του βρικόλακα – εδώ ένα πλάσμα που τρέφεται με τη νεότητα αντί με το αίμα των θυμάτων του – και αναδεικνυόμενος με αυτά τα δυο του έργα στον πιο σημαντικό δημιουργό της ύστερης περιόδου της Hammer.

Η Κάρολαϊν Μανρό στο Captain Kronos-Vampire Hunter

Η Κάρολαϊν Μανρό στο Captain Kronos-Vampire Hunter

Άλλοτε βέβαια, οι πειραματισμοί του Μάικλ Καρέρας οδήγησαν σε εξίσου εντυπωσιακά παταγώδεις αποτυχίες – όπως το Επτά Χρυσοί Βρικόλακες (The Seven Golden Vampires, 1974, πάλι του Μπέηκερ) συμπαραγωγή με το Shaw Brothers Studio του Χονγκ Κονγκ, όπου οι κυνηγοί βρικολάκων μάχονται βαμπίρ στην Κίνα χρησιμοποιώντας τεχνικές κουνγκ φου. Παρότι δεν δένουν καλά μεταξύ τους, τα δυνατά σημεία της ταινίας είναι οι σκηνές πολεμικών τεχνών και η ύστατη και πάντα ενδελεχής ερμηνεία του Κούσινγκ στο ρόλο του βαμπιροκυνηγού Βαν Χέλσινγκ, αν και σε αυτή την τελευταία ταινία της σειράς ακόμα και ο Κρίστοφερ Λη έχει πια αποχωρήσει απηυδισμένος από τον ρόλο του Δράκουλα. Η βραχύβια επιτυχία μιας τριλογίας βασισμένης στην κωμική τηλεοπτική σειρά On the Buses, προσπάθεια του Καρέρας να σώσει τα πράγματα στρεφόμενος ξανά στην τηλεόραση, ήταν το τελικό καρφί στο φέρετρο. Με το Ο Φρανκενστάιν και το Τέρας της Κολάσεως (Frankenstein and the Monster from Hell, 1974), τελευταία ταινία της σειράς του Φρανκενστάιν, η Hammer υπογράφει τον κύκνειο γοτθικό της τρόμο, και με την εμπορική αποτυχία του «Ροζμαρικού» Μια Παρθένα για τον Διάβολο (To The Devil a Daughter) το 1975 και ενός ρημέικ του Η Κυρία Εξαφανίζεται (The Lady Vanishes) το 1979, η εταιρεία κλείνει, ακριβώς τη στιγμή που η Βρετανική κινηματογραφική βιομηχανία καταρρέει σχεδόν ολοκληρωτικά, σαν οι κατάρες των ευυπόληπτων πολιτών να έπιασαν επιτέλους τόπο.
Με μόνη παρουσία της στο μεταξύ διάστημα δύο τηλεοπτικές σειρές αυτοτελών θρίλερ στη δεκαετία του 1980, η Hammer παρέμεινε κλινικά νεκρή μέχρι το 2008. Υπό νέο καθεστώς ιδιοκτησίας (Ολλανδικών συμφερόντων) και με Αμερικανούς συμπαραγωγούς, η εταιρεία επανεμφανίστηκε αρχικά με σύγχρονες ταινίες τρόμου (όπως το βαμπιρικό Beyond the Rave και το Αμερικανικό ριμέικ του Άσε το Κακό να Μπει), και στη συνέχεια με το Η Γυναίκα με τα Μαύρα (The Woman in Black, 2012) του Τζέημς Γουάτκινς, μια γοτθική ιστορία φαντασμάτων που πόνταρε στην εξαιρετικά πετυχημένη ομώνυμη νουβέλα της Σούζαν Χιλ και το θεατρικό έργο που βασίστηκε σε αυτήν, καθώς και στην παράδοση της εταιρείας και την εμπορικότητα του πρωταγωνιστή Ντάνιελ Ράντκλιφ (Χάρι Πότερ).

Όπως και τα πρωτογενή της υλικά, έτσι και η κινηματογραφική Γυναίκα με τα Μαύρα εκσυγχρονίζει τα γοτθικά της μοτίβα για τη γενιά των θεατών που έχουν γαλουχηθεί με απανωτά ξαφνιάσματα, έμφαση στα ειδικά εφέ και μια νεοσυντηρητική νότα ηθικής τάξης και αισιοδοξίας, παραμένει όμως πιστή στους βασικούς κανόνες της Hammer: την σοβαρότητα με την οποία προσεγγίζει τόσο τα παραπάνω, όσο και την πλοκή της γενικότερα, και φυσικά την επιλογή των ηθοποιών που στηρίζουν το όλο εγχείρημα. Για κάποιους νεότερους θεατές, αυτή η πρώτη φορά που έβλεπαν ταινία της Hammer στο σινεμά τους οδήγησε και στο να αναζητήσουν τις ταινίες που τη γέννησαν και στο να καταλάβουν γιατί το όνομα Hammer συνδέθηκε τόσο με τον τρόμο. Η επιτυχία της Γυναίκας με τα Μαύρα οδήγησε σε μια συνέχεια – όχι και τόσο εμπνευσμένη και πιο πολύ στα πρότυπα των σύγχρονων sequel του συρμού, χωρίς την ποιότητα ή τη φροντίδα του παρελθόντος. Πέρα από το Η Γυναίκα με τα Μαύρα 2: Άγγελος του Θανάτου (The Woman in Black 2: Angel of Death, 2015), η μόνη παραγωγή της Hammer τα τελευταία χρόνια ήταν το Σιωπηλά Πνεύματα (The Quiet Ones, 2014) του Τζών Πόουγκ, ένα υποβλητικό παραψυχολογικό θρίλερ εμπνευσμένο από πραγματικά πειράματα παραψυχολογίας και στην παράδοση των σεναρίων των Νηλ και Μάθεσον, το οποίο έκανε επιτυχία στα ταμεία χωρίς όμως να ενθουσιάσει πολύ κοινό και κριτικούς. Έχοντας παραδώσει στην ουσία τον τίτλο του House of Horror σε νεότερες εταιρείες όπως η παραγωγικότατη Blumhouse (Get Out, Insidious, The Purge, Paranormal Activity) και τα σκήπτρα των ευρηματικών franchise στον Τζέημς Γουάν του The Conjuring, η σημερινή Hammer Films δυστυχώς κρατά για τον εαυτό της μόνο την πλούσια κληρονομιά της. Από πλευράς όμως της δημιουργικότητας στον τρόμο και της επιρροής που άσκησε η κληρονομιά αυτή, η Hammer παραμένει επί μισό και αιώνα τώρα ζωντανή – ή μάλλον απέθαντη – στο έργο των αμέτρητων καλλιτεχνών που επηρέασε, από τον «κύκλο του Πόε» των Ρότζερ Κόρμαν, Ρίτσαρντ Μάθεσον και Τσαρλς Μπώμοντ και τα Ιταλικά γκόθικ του Μάριο Μπάβα ως τον Ακέφαλο Καβαλάρη του Τιμ Μπέρτον, την καλτ και σκοτεινή κωμική σειρά The League of Gentlemen και το γοτθικό ρομάντζο του Πορφυρού Λόφου του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο. Κάθε φορά που η Hammer πάει να ξεχαστεί οριστικά, κάτι τη βγάζει από τη λήθη, και ίσως αυτό είναι αναμενόμενο.

Γιατί είναι η κατάρα του τρόμου να επιστρέφει.

[Το άρθρο αυτό αποτελεί μια εκτεταμένη και αναθεωρημένη εκδοχή του άρθρου μου «HAMMER – Ο Τρόμος του Παρελθόντος και του Μέλλοντος» που είδε το φως το 2012 στο cinetime.gr του Γιάννη Δεληολάνη. Ο Γιάννης, που δεν είναι πια μαζί μας, υπήρξε ένα από τα ινδάλματα μου και με τίμησε με τη συνεργασία και τη φιλία του, και είναι μια από τις μεγάλες χαρές και λύπες μου ότι δουλέψαμε μαζί μα δυστυχώς για πολύ λίγο και δίχως την ευκαιρία να το επαναλάβουμε. Του αφιερώνω το άρθρο ξέροντας πόσο αγαπούσε και εκείνος τον τρόμο μιας αλλοτινής εποχής.]

Αβραάμ Κάουα

The following two tabs change content below.
Guest Writer

Guest Writer

Guest Writer

Latest posts by Guest Writer (see all)

Leave a Reply

Be the First to Comment!

Notify of
wpDiscuz